defamation ở Tiếng Hy Lạp

cách phát âm
ουσ. δυσφήμηση

Ví dụ câu

Their defence counsel, Yevgeni Baro and Yuri Schmit, are themselves facing trial next week on a charge of defamation.
Οι συνήγοροί τους Υevgeni Baro και Υuri Schmit δικάζονται την επόμενη εβδομάδα με την κατηγορία της δυσφήμησης.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
Like you, Mrs Wallis, I regret the absence of special rules on defamation in the Council common position.
Όπως εσείς, κυρία Wallis, λυπάμαι για την απουσία από την κοινή θέση του Συμβουλίου ειδικών κανόνων σχετικά με τη δυσφήμιση.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
This has been the work of a certain kind of press, because sin, defamation, and condemnation are what it thrives on.
Αυτό είναι το έργο ενός συγκεκριμένου είδους τύπου, επειδή η αμαρτία, η δυσφήμηση και η επίκριση είναι αυτά που τον "τρέφουν".
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
However, I should like to give Orlov some advice - think before you speak. Defamation is an offence.
Ωστόσο, θα ήθελα να δώσω ορισμένες συμβουλές στον κ. Orlov - να σκέφτεστε πριν μιλήσετε. " συκοφαντία είναι αδίκημα.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
2. false information and defamation should be matters of criminal liability;
2. οι ψευδείς πληροφορίες και η δυσφήμιση πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ποινικής ευθύνης·
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
A further aggravating factor is that the women who told their stories must now expect severe reprisals, such as being accused of defamation.
Ένας περαιτέρω επιβαρυνητικός παράγοντας είναι ότι οι γυναίκες που αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους πρέπει τώρα να αναμένουν σοβαρά αντίποινα, όπως κατηγορίες για δυσφήμηση.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
Today, that young woman has been sued for defamation by the same men who raped her.
Σήμερα, η νεαρή αυτή γυναίκα έχει μηνυθεί για δυσφήμιση από τους ίδιους αυτούς άνδρες που την βίασαν.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
She defied the defamation and threats by Islamic extremists who wanted to ban women entirely from public appearance.
Αντιμετώπιζε δυσφήμηση και απειλές από τους ισλαμιστές εξτρεμιστές, οι οποίοι θέλουν να εκτοπίσουν τελείως από τη δημόσια ζωή τις γυναίκες.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
Well, I just want to say one thing: at least in Italy, making unfounded insinuations is in fact a criminal act, and it is called defamation.
Θα ήθελα να τονίσω μόνο ένα πράγμα: τουλάχιστον στην Ιταλία, αυτού του είδους οι αβάσιμοι υπαινιγμοί διώκονται ποινικά και μία τέτοια ενέργεια ονομάζεται δυσφήμιση.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!

Từ đồng nghĩa

obloquy: aspersion, disgrace, blame, infamy, calumny, censure


© dictionarist.com