exasperated ở Tiếng Hy Lạp

cách phát âm
[exasperate] ρήμ. παροργίζω, ερεθίζω, εξοργίζω

Ví dụ câu

The list is long and the Georgians are utterly exasperated.
Ο κατάλογος είναι μεγάλος και οι Γεωργιανοί είναι άκρως εξοργισμένοι.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
This was contrary to the EU's negotiating strategy and exasperated a significant number of other European leaders.
Αυτό ήταν αντίθετο προς τη διαπραγματευτική στρατηγική της ΕΕ και ενόχλησε σημαντικό αριθμό άλλων ευρωπαίων ηγετών.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
This is a deep and complicated relationship, one that over the years I have found exasperating and frustrating, but never, ever dull!
Πρόκειται για μια βαθιά και περίπλοκη σχέση, μια σχέση που τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζω εξοργιστική και απογοητευτική, αλλά ουδέποτε βαρετή!
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
(DE) Mr President, Commissioner Dalli, I agree that it is exasperating that we are having to keep switching between two topics.
(DE) Κύριε Πρόεδρε, Επίτροπε Dalli, συμφωνώ ότι είναι ενοχλητικό το ότι υποχρεούμαστε διαρκώς να μετακινούμαστε από το ένα θέμα στο άλλο.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
The exasperated Greeks have taken the baton from the Spaniards.
Οι Έλληνες αγανακτισμένοι πήραν τη σκυτάλη από τους Ισπανούς.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!

Từ đồng nghĩa

angry: provoked, irritated, incensed, enraged, infuriated, outraged, annoyed


© dictionarist.com