potent ở Tiếng Hy Lạp

cách phát âm
επίθ. ισχυρός, δυνατός, δραστικός, ικανός

Ví dụ câu

The first is that the euro is the EU's most potent response to globalisation.
Το πρώτο είναι ότι το ευρώ αποτελεί την ισχυρότερη απάντηση της ΕΕ στην παγκοσμιοποίηση.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
It is, without doubt, a highly potent symbol of the long way we have come since the deadlocks of 2005.
Αποτελεί αναμφίβολα ένα ισχυρό σύμβολο του μακρύ δρόμου που διανύσαμε μετά τα αδιέξοδα του 2005.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
This too, Mr President, ladies and gentlemen, is terrorism: it may be less potent but it is still effective.
Και αυτή, κύριε Πρόεδρε, αξιότιμοι συνάδελφοι, είναι τρομοκρατία, υπόγεια αλλά αποτελεσματική.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
The financial transaction tax would provide a potent new source of development funding.
Ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών θα παράσχει μια νέα ισχυρή πηγή χρηματοδότησης της ανάπτυξης.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
Following on this, Mr Garosci pertinently highlighted the tourism industry as a potent element of the SME sector.
Σε συνέχεια των ανωτέρω, ο κ. Garosci πολύ ορθώς υπογράμμισε τη σημασία της τουριστικής βιομηχανίας ως ενός δυναμικού τμήματος του τομέα των ΜΜΕ.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!
For Vietnam, the EU cooperation agreement offers potent opportunities for lively but constructive dialogue.
Για το Βιετνάμ, η συμφωνία συνεργασίας με την ΕΚ προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες για έντονο αλλά εποικοδομητικό διάλογο.
cách phát âm cách phát âm cách phát âm Report Error!

Từ đồng nghĩa

1. effective: cogent, efficacious, persuasive, influential, convincing
2. powerful: mighty, puissant, strong
3. useful: efficient, stiff, effective



dictionary extension
© dictionarist.com